Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2011

Οταν τα Μαθηματικά προσφέρουν τον στόχο στη λογοτεχνία





ΤΟΥ ΤΕΥΚΡΟΥ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ

Λονδίνο 1884. Μια γυναίκα, η βασίλισσα Βικτωρία, βρίσκεται στην κεφαλή μιας αυταρχικής, αυστηρά ιεραρχικά δομημένης, ακραία ταξικής, πουριτανικής και πλήρως ανδροκρατούμενης κοινωνίας. Οι γυναίκες δεν έχουν δικαίωμα ούτε στη μόρφωση ούτε στην επαγγελματική ζωή, ενώ μόλις έχουν «κερδίσει» το δικαίωμα στην ιδιοκτησία. Οι σουφραγκέτες (από το suffrage - ψήφος), όπως με προσβλητική διάθεση τις ονόμασε η «Daily Mail» της εποχής, δεν είχαν ακόμα εξελιχθεί στο ισχυρό κίνημα που μερικά χρόνια αργότερα συντάραξε συθέμελα την υπερσυντηρητική βρετανική κοινωνική δομή.

Εκείνη τη χρονιά διάλεξε ο Εντγουιν Αμποτ, διευθυντής ενός λονδρέζικου σχολείου, ταλαντούχος -σύμφωνα με τις μαρτυρίες της εποχής- δάσκαλος και πρωτοπόρος πνευματικός άνθρωπος, για να δημοσιεύσει το «Flatland» -ένα μυθιστόρημα σε πολλές διαστάσεις-, εγκαινιάζοντας ένα νέο λογοτεχνικό είδος, αυτό που είθισται σήμερα να ονομάζουμε μαθηματική μυθοπλασία.

Κύριος σκοπός τού συγγραφέα είναι η κοινωνική σάτιρα, ένα είδος που από την εποχή του Τσόσερ έχει δημιουργήσει σημαντική παράδοση στη γηραιά Αλβιώνα. Ο Αμποτ επιλέγει τη μορφή της αλληγορίας, κάτι αρκετά συνηθισμένο, ιδίως όταν η μυθοπλασία αναπτύσσεται κάτω από συνθήκες περιορισμένης ελευθερίας της έκφρασης. Η πρωτοτυπία του εγχειρήματός του έγκειται στο είδος της αλληγορίας που επιλέγει. Χτίζει μια υποθετική κοινωνία περιορισμένη σε δύο διαστάσεις. Τα έλλογα όντα του είναι επίπεδα γεωμετρικά σχήματα, τρίγωνα, τετράγωνα, πεντάγωνα, χωρίς καμία αίσθηση και καμία δυνατότητα αντίληψης της τρίτης διάστασης. Στη γραμμή του Σουίφτ, που φορτώνει όσα θέλει να επικρίνει στους Λιλιπούτιους -όντα μικροσκοπικά που μπορούν εύκολα να παρατηρηθούν εκ των άνω- ο Αμποτ προχωρεί ένα βήμα πιο πέρα: περιγράφει μια κοινωνία επίπεδη, στην οποία και η ίδια η έννοια του «άνω» δεν υπάρχει.

Στο δεύτερο μέρος αυτού του σχετικά μικρού μυθιστορήματος, οι κάτοικοι της επιπεδοχώρας δέχονται μια επίσκεψη από την τρίτη διάσταση και ο αφηγητής ακολουθεί τον επισκέπτη σε μια πρωτότυπη περιδιάβαση των κόσμων διαφόρων διαστάσεων. Εδώ ο στόχος του συγγραφέα είναι περισσότερο εκπαιδευτικός. Στα τέλη του 19ου αιώνα, οι γεωμετρίες ανώτερων διαστάσεων έχουν πια ενσωματωθεί στον κύριο κορμό των Μαθηματικών και το ενδιαφέρον για την εκλαΐκευσή τους είναι σημαντικό. Δείχνοντας στον γήινο αναγνώστη του τις δυσκολίες που έχει ένα επίπεδο ον να κατανοήσει την τρίτη διάσταση, τον διευκολύνει να ξεπεράσει αναλογικά τις δικές του δυσκολίες και αναστολές στην κατανόηση μιας θεωρητικά θεμελιωμένης αλλά πρακτικά ακατανόητης τέταρτης διάστασης.

Το παράδειγμα του Αμποτ προσπάθησαν, κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, να μιμηθούν -χωρίς επιτυχία- αρκετοί συγγραφείς. Μερικοί μάλιστα επιχείρησαν να γράψουν διάφορες «συνέχειες» της «Flatland». Και ύστερα, στις αρχές της δεκαετίας του 1950, ο Ασίμοφ κυκλοφόρησε την τριλογία «Foundation», που αφηγείται την κατάρρευση και την ανοικοδόμηση μιας υποθετικής γαλαξιακής αυτοκρατορίας. Καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της πλοκής παίζει μια υποθετική μαθηματική θεωρία -Ψυχοϊστορία την ονομάζει ο συγγραφέας- της οποίας τα χαρακτηριστικά θυμίζουν αρκετά τη σημερινή θεωρία της πολυπλοκότητας, γνωστότερη ως θεωρία του Χάους.

Ωστόσο ο 20ός αιώνας είναι ο αιώνας της Φυσικής. Οσοι λογοτέχνες αναζητούν την έμπνευση στις θετικές επιστήμες, τη Φυσική επιλέγουν ως πεδίο δράσης. Μια εφεύρεση, μια χρονομηχανή, ένα μέσο υπέρβασης της ταχύτητας του φωτός, ένας τρόπος επικοινωνίας με εξωγήινους αποτελούν θέματα πολύ πιο προσιτά για κάποιον που θέλει να χτίσει μια πρωτότυπη ιστορία. Ολα αυτά βέβαια μέχρι τη δεκαετία του '90 και την κυκλοφορία από τον Απόστολο Δοξιάδη του μυθιστορήματος «Ο θείος Πέτρος και η εικασία του Γκόλντμπαχ».

Στις περισσότερες ιστορίες, από την «Οδύσσεια» και την «Αινειάδα» μέχρι τις «Μεγάλες Προσδοκίες» του Ντίκενς ή το «Ο γέρος και η θάλασσα» του Χέμινγκγουεϊ, ο κεντρικός ήρωας επιδιώκει έναν στόχο που γίνεται κυρίαρχος στη ζωή του, καθορίζει όλες του τις ενέργειες, εξελίσσεται σε μονομανία. Ο νόστος, ένας ανικανοποίητος έρωτας, ένα μεγάλο κατόρθωμα είναι κάποιοι από τους στόχους που επιστρατεύουν οι μυθοπλάστες για να χτίσουν την πλοκή τους. Ο Δοξιάδης πρωτοτυπεί θέτοντας ως στόχο του ήρωά του ένα θεώρημα. Η απόδειξη της Εικασίας του Γκόλντμπαχ είναι η Ιθάκη του Θείου Πέτρου και την επιδιώκει με το ίδιο πάθος που ο Πιπ αναζητεί τον έρωτα της Εστέλλα ή ο κόμης Μοντεχρήστος την εκδίκηση.

Κι ενώ η «Flatland» και η «Foundation» παρέμειναν για μεγάλο διάστημα μεμονωμένα δείγματα ενός λογοτεχνικού είδους που δεν είχε ακόμα έρθει ο καιρός του, ο «Θείος Πέτρος...» δεν άργησε να πλαισιωθεί από δεκάδες έργα, μυθιστορήματα, διηγήματα, θεατρικά έργα, κινηματογραφικές ταινίες, που μας δίνουν πια το δικαίωμα να μιλάμε για ένα νέο λογοτεχνικό είδος, το οποίο με τη σειρά του δημιουργεί λιγότερο ή περισσότερο ευδιάκριτες υποκατηγορίες.

Στην κατηγορία του «Θείου Πέτρου...», όπου τα Μαθηματικά προσφέρουν τον στόχο, τη βασική επιδίωξη του ήρωα (ή των ηρώων), θα εντάξουμε το «Οι άγριοι αριθμοί» του Σογκτ, το «Επικυρηγμένο πρόβλημα» του Παυλιώτη, το «Ο κρατούμενος μηδέν» του Καρβέλη και ακόμα το θεατρικό (πρόσφατα και κινηματογραφικό) έργο «Proof». Εδώ θα εντάξουμε ακόμα το «Βιβλίο κόλαση» του Φραμπέτι και το «Τελευταίο παραμύθι του Μιγκέλ Τόρες ντα Σίλβα» του Φόγκελ, όπου τα Μαθηματικά εκτός από τον στόχο προσφέρουν και το μέσο για την επίτευξή του.

Μια δεύτερη κατηγορία είναι τα ιστορικά μυθιστορήματα που αφηγούνται κάποια μαθηματική περιπέτεια. «Τα αστέρια της Βερενίκης» και η «Επιχείρηση Μεσημβρία» του Γκετζ, καθώς και «Ο άνθρωπος που μετρούσε την άμμο» της Μπράντσοου αποτελούν χαρακτηριστικά δείγματα αυτού του είδους.

Ενδιαφέρουσα περίπτωση αποτελεί ακόμα το είδος που θα περιγράφαμε ως «προσχηματική μυθοπλασία», όπου μια λιγότερο ή περισσότερο υποτυπώδης πλοκή λειτουργεί ως πρόσχημα για την παρουσίαση με τρόπο ελκυστικό μαθηματικών θεωριών. Το «Θεώρημα του παπαγάλου» είναι το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Αξίζει ωστόσο να σημειώσουμε ότι το πρώτο γνωστό έργο αυτού του είδους είναι το «Περί των γάμων του Ερμή και της Φιλολογίας» του Μαρτιανού Καπέλα (γύρω στο 400 μ.Χ.), όπου με το πρόσχημα ενός γαμήλιου τραπεζιού παρουσιάζονται οι μαθηματικές τέχνες του Quadrivium (αριθμητική, γεωμετρία, αστρονομία και μουσική). Την ίδια περίπου εποχή γράφτηκε στην Ινδία η «Σούρια Σιντχάντα», ένα επικό ποίημα για τα κατορθώματα του Ηλιου, όπου παρατίθενται οι αστρονομικές και μαθηματικές γνώσεις της εποχής.

Ξαναγυρίζοντας στις μέρες μας ας ολοκληρώσουμε αυτή τη μικρή ανασκόπηση μ' ένα ερώτημα: Είναι αυτή η άνθηση της μαθηματικής λογοτεχνίας ένα συγκυριακό φαινόμενο, αποτέλεσμα της κυκλοφορίας μερικών πετυχημένων βιβλίων που δημιούργησαν ένα ρεύμα, ή πρόκειται για μια πραγματική στροφή του ενδιαφέροντος του αναγνωστικού κοινού προς τα Μαθηματικά; Πάντως αυτή η δεύτερη άποψη ενισχύεται και από την παράλληλη ακμή που γνωρίζουν τα εκλαϊκευτικά βιβλία Μαθηματικών, της δεύτερης δηλαδή συνιστώσας αυτού που ονομάζουμε σήμερα παραμαθηματική φιλολογία.

πηγη: archive.enet.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου